Σας είπα όλη την αλήθεια

Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

Αποκαλυπτικά στοιχεία για την σκευωρία κατά του Καραμανλή για το δημόσιο χρέος

Γ. Κουρής: 26,8 δισ.ευρώ και όχι 119,6 δισ. ευρώ το χρέος που άφησε η κυβέρνηση Καραμανλή

 Η «μαύρη τρύπα» που δημιουργήθηκε στο δημόσιο χρέος κατά την περίοδο διακυβέρνησης Καραμανλή (2004-2009) δεν ήταν 119,6 δισ. ευρώ, αλλά μόνο 26,8 δισ., όπως  αναφέρει σε άρθρο του  ο πρώην ΓΓ Δημοσιονομικής Πολιτικής, Διδάκτωρ Οικονομικών και πρώην ανώτερος υπάλληλος του ΟΟΣΑ στο Παρίσι, Γιώργος Κουρής.
Του Γιώργου Κουρή

Eίναι πολύ άδικο να ρίχνει κανείς την ευθύνη για τη διόγκωση του δημόσιου χρέους στην περίοδο 2004-2009. Η ανάλυση των αριθμών δείχνει ότι η αύξηση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο υψηλό χρέος που είχε ήδη δημιουργηθεί τα προηγούμενα 20 χρόνια και σε ηθελημένη απόκρυψη δανείων της κυβέρνησης Σημίτη. Παράλληλα με ανακατασκευή των δημοσιονομικών δεδομένων για το έλλειμμα του 2009 η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου χρέωσε πολλά δισ. στη Ν.Δ., θέμα πλέον που διερευνά η Δικαιοσύνη. 

Το δημόσιο χρέος αναμφίβολα είναι μια χιονόμπαλα που διαχρονικά μεγαλώνει και έχει τις ρίζες της στη δεκαετία του 1980. Από 1,6 δισ. (ή 23% του ΑΕΠ) στο τέλος του 1980 έφτασε τα 320 δισ. (ή 180% του ΑΕΠ) το 2017. Στη διαδρομή της αύξησης του δημόσιου χρέους αποτυπώνονται η κοινωνική και η πολιτική ιστορία μας και δυστυχώς αποτελεί σάκο του μποξ, όπου η μια παράταξη κατηγορεί την άλλη για την τεράστια αύξηση του χρέους, η οποία τελικά βαραίνει όλους μας με πολλαπλούς δυσβάσταχτους φόρους. Ορισμένα πράγματα πρέπει να ξεκαθαριστούν αναφορικά με την πορεία του δημόσιου χρέους, προκειμένου να αποδοθούν τα του καίσαρος τω καίσαρι.
Πολλαπλές είναι οι βολές για την περίοδο 2004-2009 όπου καταγράφτηκε ένα σημαντικό άλμα στο δημόσιο χρέος στο τέλος της διακυβέρνησης Καραμανλή. Η λογική της κατηγορίας αυτής στηρίζεται στην απλοϊκή διαπίστωση ότι το χρέος στο τέλος του 2003 ήταν 181,5 δισ. ενώ στο τέλος του 2009 είχε φτάσει τα 301,1 δισ.1 Αρα η διαφορά μεταξύ αυτών των χρονικών σημείων, που είναι 119,6 δισ., οφείλεται σε κακοδιαχείριση των δημόσιων οικονομικών επί Ν.Δ.
Ημερομηνίες
Το πρώτο σημείο που παραβλέπουν (ίσως ηθελημένα) πολλοί είναι οι ημερομηνίες. Η διακυβέρνηση Καραμανλή άρχισε από το δεύτερο τρίμηνο του 2004 και τερμάτισε στο τέλος του τρίτου τριμήνου του 2009. Τα δύο αυτά τρίμηνα είναι σημαντικά και θα πρέπει να εξαιρούνται των υπολογισμών. Λαμβάνοντας υπόψη τα τριμηνιαία στοιχεία του δημόσιου χρέους που διατηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος, βλέπουμε ότι στο τέλος Μαρτίου του 2004 το δημόσιο χρέος ήταν 187,6 δισ., ενώ στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2009 ήταν 297,3 δισ. Η πραγματική επομένως διαφορά στο δημόσιο χρέος τα 5,5 χρόνια της Ν.Δ. ήταν 109,6 δισ., 10 δισ. λιγότερο απ' ό,τι δείχνει η απλή αφαίρεση που περιλαμβάνει ολόκληρη η εξαετία.

Πέραν αυτού, όταν ήλθε στην εξουσία η Ν.Δ., έπρεπε να πληρώνει τους τόκους του δημόσιου χρέους που κληρονόμησε από την προηγούμενη κυβέρνηση. Το κράτος έχει συνέχεια, και όταν τόκοι για το δημόσιο χρέος τότε έτρεχαν με έναν ετήσιο ρυθμό της τάξης των 9 δισ., αναγκαστικά τα δάνεια πληρώνονται. Το δημόσιο χρέος που κληρονόμησε η τότε κυβέρνηση ήταν σε ομόλογα σταθερού επιτοκίου (κατά 93%) και είχε μέση διάρκεια ζωής 6,2 έτη. Δηλαδή καθ’ όλη τη διάρκεια των 5,5 ετών διακυβέρνησης της Ν.Δ. έπρεπε να πληρωθούν τόκοι σχεδόν 50 δισ. (για την ακρίβεια, 49,8 δισ.). Αυτό σημαίνει ότι η διαφορά του χρέους μεταξύ των ετών 2004-2009, που, όταν αφαιρέσουμε τα τρίμηνα στην αρχή και στο τέλος, ήταν 109,6 δισ., μετά την αφαίρεση των δαπανών για τόκους του δημόσιου χρέους που κληρονομήθηκε μειώνεται σε 59,8 δισ.

Την άνοιξη του 2004 η νέα κυβέρνηση της Ν.Δ. βρήκε στα αρχεία του ΓΛΚ δάνεια προηγούμενων ετών που δεν είχαν καταχωριστεί στο δημόσιο χρέος. Αυτά κυρίως ήταν μη καταγραμμένα δάνεια για τα εξοπλιστικά προγράμματα, ένα ομόλογο «βόμβα» με 18 swaps του υφυπουργού Δρυ, που αύξανε ανεξέλεγκτα το χρέος, σημαντικότατες οφειλές του Δημοσίου προς τα ασφαλιστικά ταμεία και τα αποθεματικά της Αγροτικής Τράπεζας, και καταπτώσεις εγγυήσεων που είχαν δοθεί τα προηγούμενα χρόνια. Ταυτόχρονα, όταν έφυγε από την εξουσία η Ν.Δ. στις 4 Οκτωβρίου του 2009, η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ φούσκωσε παράλογα το έλλειμμα και το χρέος του 2009 για τους δικούς της πολιτικούς σκοπούς. 

Ας πάρουμε τα στοιχεία με τη σειρά. Εξοπλισμοί πολλών δισ. είχαν πραγματοποιηθεί επί κυβέρνησης Σημίτη που χρηματοδοτούντο με δάνεια τραπεζών από το Λονδίνο. Τα δάνεια αυτά δεν καταχωρίζονταν στο χρέος, με τη δικαιολογία ότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί στο 100% οι παραδόσεις (των αεροπλάνων, τανκς κ.λπ.) ή ότι κατά την παράδοση δεν είχε γίνει πρωτόκολλο παραλαβής λόγω λαθών του κατασκευαστή, και άλλες παρόμοιες δικαιολογίες. Οι εκταμιεύσεις όμως προκαταβολών στα εργοστάσια κατασκευής και οι πληρωμές κάθε τμήματος της παραγγελίας που έφτανε στην Ελλάδα γίνονταν κανονικά. Παράλληλα, η Eurostat είχε εντοπίσει την παραποίηση των στοιχείων του δημόσιου χρέους και διαμαρτυρόταν με πολλούς αστερίσκους και προειδοποιήσεις για τα λανθασμένα ελληνικά στοιχεία, χωρίς όμως να γίνει κάποια τακτοποίηση μέχρι την άνοιξη του 2004. 

Η κυβέρνηση της Ν.Δ. ήταν αναγκασμένη να αποκαταστήσει την ορθότητα των στατιστικών και με την απογραφή που έγινε καταχώρισε στο δημόσιο χρέος τα μη καταγραμμένα δάνεια του ΠΑΣΟΚ που στην περίπτωση των εξοπλιστικών ήταν 8,6 δισ.
Επίσης, ανακαλύφθηκε ένα άφαντο ομόλογο του υφυπουργού Δρυ που είχε κατασκευαστεί τον Ιούνιο του 2001 με στόχο να μειωθεί το χρέος κατά 2,7 δισ. Επειδή όμως το ομόλογο αυτό σε αξία αυξανόταν ανεξέλεγκτα λόγω της δομής του η οποία στηριζόταν σε 18 swaps (δηλαδή 18 αβέβαιες οικονομικές εξελίξεις), αναγκάστηκε το υπ. Οικονομικών να το αναμορφώσει και να βάλει οροφές στην αύξησή του δύο φορές (το 2002 και το 2003). Κάθε φορά όμως που παρενέβαινε στη δομή των swaps, η αξία του ομολόγου αυξανόταν, άρα και οι δανειακές υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου. Οταν η κυβέρνηση της Ν.Δ. κατάλαβε σε βάθος το ρίσκο και το κόστος αυτού του κρυφού μέχρι τότε ομολόγου, το αποδέσμευσε από το σχήμα των πολλαπλών swaps και ό,τι απέμεινε το ενέταξε στο δημόσιο χρέος. Ετσι, δημιουργήθηκε ένα πρόσθετο χρέος της τάξης των 5,2 δισ. από ένα ατυχές και πανάκριβο πείραμα τεχνητής μείωσης του δημόσιου χρέους.

Καταχώριση

Οφειλόμενα ποσά προηγούμενων ετών του Δημοσίου προς την Αγροτική Τράπεζα, το ΙΚΑ, το ΤΕΒΕ και το Ταμείο Νομικών, τα οποία συμποσούντο σε 2,3 δισ., επίσης πληρώθηκαν και καταχωρίστηκαν στο δημόσιο χρέος. Ταυτόχρονα, ένα ποσό της τάξης των 1,8 δισ. από καταπτώσεις εγγυήσεων για χρέη ΔΕΚΟ που δόθηκαν παλαιότερα προ της διακυβέρνησης της Ν.Δ. και είχαν καταχωριστεί στο δημόσιο χρέος πρέπει να αφαιρεθούν από την αύξηση του δημόσιου χρέους της εποχής 2004-2009. Το ίδιο ισχύει και για 400.000.000 ευρώ από τιτλοποιήσεις μελλοντικών εσόδων που έγιναν το 2000-01 και οι οποίες πρόσθεσαν βάρη δαπανών και φόρων στο εξωτερικό στη διακυβέρνηση της Ν.Δ. Επομένως, το δημόσιο χρέος που «αναλογεί» στην περίοδο διακυβέρνησης Καραμανλή, το οποίο μετά την αφαίρεση των τόκων είχε μειωθεί σε 59,8 δισ., με τα νέα ποσά αναμορφώνεται στα 41,5 δισ.
Ας δούμε τώρα τι έγινε με το έλλειμμα του 2009, όπου ήδη έχει δημιουργηθεί «βιβλιογραφία»2 για την άκρως δημιουργική λογιστική της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου, ένα γεγονός με το οποίο ασχολείται και η Δικαιοσύνη. Το τελευταίο τρίμηνο του 2009 έγινε ένα όργιο παραποίησης του ελλείμματος προκειμένου αυτό να φουσκώσει σε σημείο που θα ήταν δυνατόν να παρακινήσει να έλθει το απρόθυμο ΔΝΤ στην ευρωζώνη και την Ελλάδα. 
Ταυτόχρονα με την τεχνητή αύξηση του ελλείμματος του 2009 σφραγιζόταν και η φαινομενική βελτίωση των δημοσιονομικών δεδομένων της μείωσης του ελλείμματος το 2010, που ήταν ευθύνη της νέας κυβέρνησης.

Η αλλοίωση των απολογιστικών στοιχείων του Προϋπολογισμού του 2009 στηρίχθηκε σε δαπάνες που μεταφέρθηκαν στο έτος αυτό και σε έσοδα που αγνοήθηκαν. Επίσης, σε παλαιές δαπάνες των νοσοκομείων που προστέθηκαν στο έλλειμμα του 2009, αλλά και σε αναμόρφωση των κανόνων αναφορικά με τα ελλείμματα των ΔΕΚΟ. Εφευρέθηκε δηλαδή φόρμουλα μέσω της οποίας το χρηματοοικονομικό άνοιγμα των ΔΕΚΟ, που στο παρελθόν δεν αποτελούσε λόγο να συμπεριληφθεί στο έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης, πλέον να χαρακτηριστεί μέρος της και να προστεθεί. 

Αμέτρητες ήταν οι περιπτώσεις δημιουργικής λογιστικής, οι οποίες μάλιστα δεν εξαντλήθηκαν μόνο μέσα στο τελευταίο τρίμηνο του 2009. Επαναλήφθηκαν τον Απρίλιο του 2010 και στη συνέχεια στο τέλος του έτους με την κατάθεση του Προϋπολογισμού του 2011. Με λίγα λόγια, ένα έλλειμμα που το 2009 δεν μπορούσε να είναι μεγαλύτερο από 9% του ΑΕΠ εμφανίστηκε έπειτα από συνεχείς αναθεωρήσεις να είναι 15,4% του ΑΕΠ (το ποσοστό αυτό αλλοιώθηκε διαχρονικά κατά ορισμένα δέκατα ανάλογα με προσαρμογές που αποφασίστηκαν στη Eurostat και αναθεωρήσεις του ΑΕΠ). Η θεόρατη όμως αύξηση σήμαινε την προσθήκη στο έλλειμμα και το χρέος του 2009 ενός ποσού 14,7 δισ., πέραν κάθε κανόνος των υφιστάμενων τότε εθνικών λογαριασμών.

Λαμβάνοντας υπόψη το υπερβάλλον φούσκωμα του ελλείμματος του 2009, το χρέος που πραγματικά αφορά την περίοδο διακυβέρνησης Καραμανλή τελικά μειώνεται σε 26,8 δισ. Η σε βάθος έρευνα των στοιχείων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, ενώ πολλοί ηθελημένα κατηγορούν ότι κατά την περίοδο 2004-2009 το χρέος αυξήθηκε κατά 119,6 δισ. (ή 66%), αυτό τελικά αυξήθηκε μόνο κατά 26,8 δισ. ή 26,2%. Μια αύξηση που, σε περίοδο κρίσης (ιδιαίτερα το 2008-2009) όπου η ενεργός ζήτηση έπρεπε να αυξηθεί, ήταν επιβεβλημένη προκειμένου να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία την παγκόσμια ύφεση.

1. Τα στοιχεία του χρέους είναι αυτά που χρησιμοποιεί η Ε.Ε. και περιέχονται στην τράπεζα στοιχείων της AMECO. Είναι αποδεκτά από όλους τους διεθνείς οργανισμούς, ενώ έχουν επικυρωθεί από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. και το υπ. Οικονομικών εδώ
2. Βιβλίο Γ. Παπαθανασίου και άλλες μελέτες. Μαρτυρίες στελεχών της ΕΛ.ΣΤΑΤ. που κατέθεσαν στην ανάκριση και δίκη του πρώην προέδρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. κ.λπ.
*Πρώην γ.γ. Δημοσιονομικής Πολιτικής. Διδάκτωρ Οικονομικών, πρώην ανώτερος υπάλληλος του ΟΟΣΑ στο Παρίσι
Oι ευθύνες της Eurostat με τη συναίνεση της ΕΛ.ΣΤΑΤ.
Η μεγάλη όμως αλλαγή των στατιστικών στοιχείων που έγινε κατά τη διακυβέρνηση Γ. Παπανδρέου το 2009-2010 οδήγησε σε αναθεώρηση εκ βάθρων των δημοσιονομικών στοιχείων της Ελλάδας που διατηρεί η Ε.Ε. Η αναθεώρηση σταδιακά έγινε και για τα παρελθόντα έτη, όπως συνηθίζει η στατιστική Αρχή Eurostat. Ετσι, η προϊστορία μας έγινε δεσμευτική και η βάση για όλα τα προγράμματα/μνημόνια και για την επιτήρηση που επακολούθησαν. 

Οι χρονοσειρές της στατιστικής των δημόσιων οικονομικών έχουν ξαναγραφτεί από το 1995 και μετά από την Ε.Ε. με πλήρη συναίνεση από την ελληνική πλευρά και την ΕΛ.ΣΤΑΤ. Τώρα το δημόσιο χρέος και το έλλειμμα έχουν γίνει ένα ενοχοποιητικό αφήγημα για το παρελθόν της χώρας μας. Αυτό φαίνεται να ήταν και στόχος της Ε.Ε. για το «κακό παιδί», την Ελλάδα, που συνεχώς δημιουργούσε και δημιουργεί προβλήματα στην ευρωζώνη. 

Το επικίνδυνο με τα αναθεωρημένα στατιστικά στοιχεία είναι ότι τα κριτήρια βάσει των οποίων έγινε η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη κατά τα έτη 1999-2001 στηρίχτηκαν σε λανθασμένους υπολογισμούς, εφόσον το έλλειμμα δεν ήταν κάτω από 3% του ΑΕΠ όπως τα παλαιότερα στοιχεία πιστοποιούσαν. Αλλά ούτε και το δημόσιο χρέος είχε την πτωτική πορεία των παλαιών στοιχείων.
Στατιστικές
Οι νέες στατιστικές της Ε.Ε., του ΟΟΣΑ και του ΔΝΤ δείχνουν σήμερα ότι την κρίσιμη τριετία προ της εισόδου της Ελλάδας στην ευρωζώνη το έλλειμμα ήταν κατά μέσο όρο 5,2% του ΑΕΠ, με μάξιμουμ επιτρεπτό το 3%, ενώ για το 2002, έτος ένταξης, είναι πλέον 6%. Ταυτόχρονα η πορεία του δημόσιου χρέους την περίοδο 1999-2001 είναι ανοδική και όχι καθοδική. Οι αρνητικοί αυτοί δείκτες στο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος τα κρίσιμα έτη του παρελθόντος χτυπούν το καμπανάκι του κινδύνου και πιθανόν σε μια περίοδο έντασης των σχέσεων Ελλάδας με Ε.Ε. να έρθουν στο τραπέζι των συζητήσεων και να αποτελέσουν όπλο στα χέρια εκείνων που δεν επιθυμούν την παραμονή μας στην ευρωζώνη.
Επιβάρυνση 12 δισ. ευρώ ετησίως επί Σημίτη και (μόνο) 5 δισ. ευρώ επί κυβέρνησης ΝΔ!
Από τα στοιχεία που εκτέθηκαν μέχρι εδώ η πραγματική ετήσια αύξηση του χρέους κατά τη διακυβέρνηση Καραμανλή ήταν κατά μέσο όρο 5 δισ. τον χρόνο. Ποσό που προκύπτει από τη συνολική αύξηση των 26,8 δισ., όταν διαιρεθεί με 5,5 χρόνια. Πώς αυτό συγκρίνεται με την περίοδο Σημίτη, όπου και εκεί υπήρξε κληρονομικό χρέος τη 15ετία 1981-1996; Από τον Ιανουάριο του 1996, που ήταν 92,1 δισ., έως τον Απρίλιο του 2004 που έφτασε τα 187,6, το χρέος αυξήθηκε κατά 95,5 δισ. Από το ποσό της αύξησης θα πρέπει να αφαιρεθεί το αναλογούν δημόσιο χρέος που οφείλεται στην κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη, εφόσον τα υπόλοιπα έτη ήταν έτη ΠΑΣΟΚ. Παράλληλα, όσα «γραμμάτια» είχαν σταλεί στην κυβέρνηση Καραμανλή θα πρέπει να επιστρέψουν και να βαρύνουν το χρέος Σημίτη. 

Η αύξηση του χρέους της εποχής 1981-1995 επιμερίζεται κατά 75% στις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και κατά 25% στην κυβέρνηση Ν.Δ. Επομένως η διακυβέρνηση Σημίτη είχε να πληρώσει δαπάνες για τόκους στο κληρονομούμενο χρέος που κατά το 1/4 οφειλόταν σε κυβέρνηση της Ν.Δ., ενώ του ανήκαν τα τρία τέταρτα των δαπανών για τόκους που δημιουργήθηκαν την περίοδο των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ. 

Την εποχή Ιαν. 1996 - Απρ. 2004 τα περισσότερα δάνεια είχαν συναφθεί σε δραχμές που είχαν υψηλό επιτόκιο, αλλά και σε ECU/ευρώ με χαμηλότερο. Μια μέση τιμή επιτοκίου 7,5% θεωρείται αντιπροσωπευτική της περιόδου εκείνης. Επομένως την τριετία 1990-1993 δαπάνες για τόκους ήταν της τάξης των 14,2 δισ., ποσό που πρέπει να αφαιρεθεί από τη συνολική αύξηση του χρέους επί διακυβέρνησης Σημίτη. Παράλληλα, πρέπει να προστεθούν τα ποσά που μεταφέρθηκαν στη διακυβέρνηση Καραμανλή και ήταν 18,3 δισ. (8,6+5,2+2,3+2,2). 

Το τελικό ποσό της αύξησης του δημόσιου χρέους μεταξύ Ιαν. 1996 και Απρ. 2004 είναι επομένως 99,6 δισ. και οφείλεται στην οικονομική πολιτική επί Σημίτη. Η σύγκριση με την περίοδο Καραμανλή μπορεί να γίνει βάσει της κατ’ έτος αύξησης του δημόσιου χρέους και είναι μία σχέση 12 προς 5 δισ. Δηλαδή, στα οκτώ χρόνια και ένα τρίμηνο που ήταν πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ή πρωθυπουργός ο Σημίτης η κατά μέσο όρο ετήσια αύξηση του δημόσιου χρέους ήταν 12 δισ., ενώ στην περίπτωση των 5,5 ετών της διακυβέρνησης Καραμανλή η αύξηση ήταν πολύ λιγότερη, 5 δισ. 

Τα ποσά αυτά σε ονομαστικούς όρους δείχνουν ότι η ετήσια αύξηση του χρέους επί Σημίτη έτρεχε με έναν ρυθμό σχεδόν 2,5 φορές μεγαλύτερο απ' ό,τι επί Καραμανλή. Επειδή όμως το εύρος των ετών των περιόδων αυτών έχει μεγάλη απόσταση, η σωστή σύγκριση των ποσών πρέπει να γίνει ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, κατά την περίοδο Καραμανλή η ετήσια αύξηση του δημόσιου χρέους υπολογίζεται ως 2,3% επί του ΑΕΠ, ενώ κατά την περίοδο Σημίτη η αύξηση ήταν 8,6% επί του ΑΕΠ. Η σχέση 8,6% προς 2,3% δείχνει ότι κατά την περίοδο Σημίτη η ετήσια αύξηση του χρέους ήταν σχεδόν τετραπλάσια (για την ακρίβεια, 3,7 φορές μεγαλύτερη) απ' ό,τι κατά την περίοδο Καραμανλή.

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

«Η επόμενη περίοδος είναι καθοριστικής σημασίας για τα εθνικά μας ζητήματα: Την εκκρεμότητα της ονομασίας των Σκοπίων, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Κυπριακό»,


«Η επόμενη περίοδος είναι καθοριστικής σημασίας για τα εθνικά μας ζητήματα: Την εκκρεμότητα της ονομασίας των Σκοπίων, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Κυπριακό», αλλά και «εξαιρετικά κρίσιμη είναι για την εξέλιξη της Οικονομίας μας: Κρίνεται η δυνατότητά μας να περιορίσουμε τις συνέπειες της διεθνούς κρίσης. Κρίνεται η αποφασιστικότητά μας να αντιμετωπίσουμε χρόνιες αγκυλώσεις. Κρίνεται η ικανότητά μας να προετοιμαστούμε για την επόμενη μέρα»

 «Οι δυσκολίες δεν αντιμετωπίζονται με ευχάριστες αποφάσεις. Δεν αντιμετωπίζονται χωρίς σχέδιο. Δεν αντιμετωπίζονται με ευχολόγια. Και το ΠΑΣΟΚ δεν αναζητά πραγματικές λύσεις στα προβλήματα του Τόπου. Το μόνο που τους νοιάζει είναι η εξουσία. Αυτά που υπόσχονται δεν γίνονται. Αυτά που ακούγονται από το ΠΑΣΟΚ δεν οδηγούν σε λύσεις. Οδηγούν σε αδιέξοδα. Αδιέξοδα για την Οικονομία.
Αδιέξοδα που θα κοστίσουν ακριβά για την χώρα».

Κώστας Καραμανλής στη Μυτιλήνη 28-9-2009.΄

Διαψεύδει τηλεφωνική επικοινωνία με Τσίπρα ο Κώστας Καραμανλής

Σε διάψευση δημοσιεύματος που έκανε λόγο για τηλεφωνική επικοινωνία Καραμανλή – Τσίπρα με περιεχόμενο τις πρόσφατες εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά, προχώρησε το γραφείο του πρώην πρωθυπουργού.
Επικαλούμενο πηγές του Μαξίμου, το δημοσίευμα ανέφερε ότι ο Πρωθυπουργός ζήτησε πρόσφατα τη γνώμη του Κώστα Καραμανλή για τον χειρισμό της υπόθεσης των δυο Ελλήνων στρατιωτικών, με τον κ. Καραμανλή να συνιστά στον Αλέξη Τσίπρα, πάντα σύμφωνα με το εν λόγω δημοσίευμα, ότι οι κινήσεις του πρέπει να προσεκτικές καθώς οι Τούρκοι μπορεί να οδηγήσουν τη χώρα σε θερμό επεισόδιο.
Κατά την ίδια πηγή, ο πρώην πρωθυπουργός συνέστησε επίσης στον κ. Τσίπρα να μην έχει απευθείας συνεννόηση με τον Ερντογάν για να μην εμπλακεί σε διαδικασία παζαριού χωρίς ουσιώδες αποτέλεσμα.
Η ανακοίνωση του γραφείου του πρώην πρωθυπουργού αναφέρει: «Σημερινό δημοσίευμα της εφημερίδας "Παραπολιτικά", το οποίο αναφέρεται σε τηλεφωνική επικοινωνία του πρωθυπουργού με τον κ. Κώστα Καραμανλή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».
kathimerini.gr

Το συγκλονιστικό μήνυμα που απηύθυνε ο Κ. Καραμανλής για την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου 2009


Το συγκλονιστικό μήνυμα που απηύθυνε ο Κ. Καραμανλής για την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου 2009


«Τιμούμε, σήμερα, τη διπλή γιορτή του Γένους μας:
Την επέτειο της Εθνικής Παλιγγενεσίας και την ημέρα του Ευαγγελισμού.
Αποτίνουμε την οφειλόμενη τιμή σε εκείνους που πίστεψαν, πάλεψαν και θυσιάστηκαν για την ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. 
Αντλούμε, ταυτόχρονα, διδάγματα και πίστη από την Ιστορία και τις παραδόσεις μας.
Από το μεγαλείο της θυσίας για την επίτευξη εθνικών στόχων.
Η διπλή γιορτή της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού αναδεικνύει διδάγματα, αρχές και αξίες, με διαχρονικότητα.
Αλλά και με ιδιαίτερο συμβολισμό και ξεχωριστή σημασία σε
κρίσιμες και έκτακτες περιστάσεις, όπως η σημερινή.
Υπενθυμίζει σε όλους τους Έλληνες ότι, ενωμένοι και με αποφασιστικότητα, μπορούμε να κατακτούμε στόχους που μοιάζουν ανέφικτοι.
Υποδεικνύει πίστη στους κοινούς αγώνες και τα οράματα για το μέλλον της Πατρίδας μας.
Υπογραμμίζει, πάνω από όλα, την ανάγκη εθνικής συνεννόησης, εθνικής συστράτευσης, εθνικής ομοψυχίας.
Και αυτό είναι εξαιρετικά επίκαιρο στις δύσκολες ώρες που διέρχεται όχι μόνο η χώρα μας, αλλά και ολόκληρος ο κόσμος.
Είναι οδηγός στον έμπρακτο πατριωτισμό που απαιτούν οι δύσκολοι καιροί που διανύουμε.
Είναι οδηγός στην πολιτική που μπορεί να βγάλει την Πατρίδα μας με τις λιγότερες κατά το δυνατό συνέπειες από την παγκόσμια οικονομική λαίλαπα.
Οδηγός που κατευθύνει τον τόπο στην πιο ασφαλή έξοδο από την παγκόσμια οικονομική κρίση.
Η Ελλάδα, όπως και ολόκληρη η Ευρώπη, βρίσκεται σήμερα σε μια από τις κρισιμότερες καμπές της διαδρομής της από το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.
Είμαστε αντιμέτωποι με μια πρωτόγνωρη θύελλα που επιβάλλει δύσκολες, όχι ευχάριστες, αλλά απόλυτα αναγκαίες αποφάσεις. Αποφάσεις για το συλλογικό, το εθνικό καλό.
Οι προκλήσεις ­ εξωτερικές, οικονομικές και κοινωνικές ­ είναι μεγάλες.
Είναι εθνικές.
Ο δρόμος μπροστά μας είναι ανηφορικός. Γεμάτος αντιξοότητες και απρόβλεπτες καταστάσεις.
Η πρόκληση σήμερα, όπως υπογραμμίζει και το πνεύμα της σημερινής μεγάλης γιορτής, είναι να προχωρήσουμε στο αύριο με στιβαρότητα, με σύνεση και τόλμη.
Με αίσθημα προσφοράς στην Πατρίδα.
Με συναίσθηση της ατομικής και συλλογικής ευθύνης για το παρόν και το μέλλον του τόπου.
Με συναίσθηση της ανάγκης για υπευθυνότητα από όλες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις.
Μακριά από ακρότητες και μικροκομματικές σκοπιμότητες.
Μακριά από διχαστικές αντιπαραθέσεις, που, τόσο πολύ, μας έχουν στοιχίσει στο παρελθόν.
Η πρόκληση σήμερα είναι να επιδείξουμε στην πράξη βούληση προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο.
Όλοι μαζί οι Έλληνες, με τη σιγουριά ότι μπορούμε να
μετατρέψουμε τη διεθνή κρίση σε εθνική ευκαιρία για την επόμενη μέρα.
Με τη βεβαιότητα ότι μπορούμε να βγάλουμε τη χώρα μας από την παγκόσμια οικονομική θύελλα, ακόμη πιο ισχυρή».

Κωνσταντίνος Αλ. Καραμανλής

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2018

Ποτέ δεν είναι αργά και πάντα θα υπάρχει ελπίδα ο λαός να ενωθεί

Και στον πλέον αδαή στα πολιτικά δρώμενα είναι εμφανέστατος ο πόλεμος που έχει δεχθεί ο Κ. Καραμανλής.
Και στον πλέον άσχετο είναι εμφανέστατη η πολιτικοϊδεολογική διαφορά του πρώην προέδρου της πάλαι ποτέ μεγάλης πατριωτικής παράταξης με τους επόμενους προέδρους , που μετέτρεψαν τη ΝΔ σε φοβικό μόρφωμα, ουραγό των εξελίξεων
Έχουν ειπωθεί πολλά για την ταύτιση του Αντώνη Σαμαρά με το ΠΑΣΟΚ και την εγκληματική επιλογή του να υιοθετήσει πλήρως τα στοιχεία με τα οποία μας ενέταξε σε καθεστώς μνημονίων.
Όπως έχει προκαλέσει άπειρες αντιδράσεις η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στο άνδρο της εγκληματικής συμμορίας που χάλκευσε τα οικονομικά στοιχεία του 2009, ώστε να καταστήσει μονόδρομο την διεθνή επιτροπεία της χώρας
Πάντως τα στοιχεία της περιόδου του Κ. Καραμανλή δεν αμφισβητούνται ούτε καν από τα μέλη της ΕΛΣΤΑΤ που κατήγγειλαν την προδοσία.

Ο Κ. Καραμανλής δεν είχε κανένα λόγο αν αντιπαρατεθεί πολιτικά με κανέναν από αυτούς που συμμετείχαν στην καταδολίευση του ελληνικού λαού!


Είπε την αλήθεια όχι μια, αλλά άπειρες φορές.

Μόνος του απέναντι σε όλους…

Ποτέ δεν είναι αργά και πάντα θα υπάρχει ελπίδα αυτός ο λαός να ενωθεί επιτέλους εναντίον όλων όσων επιχείρησαν να τον διαλύσουν για να διασωθούν.

Η πολιτική παρακαταθήκη του και οι συνθήκες το επιβάλλουν και η παρουσία του στην πολιτική ζωή της χώρας το κάνει εφικτό

Φ. Ασημακόπουλος


Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

Η Συνταγματική Αναθεώρηση του Κώστα Καραμανλή το 2008 και η στάση της τότε Αντιπολίτευσης

 Η συνταγματική αναθεώρηση του 2008 δεν είχε μεγάλη έκταση, λόγω της αποχώρησης του ΠΑΣΟΚ.

Τότε μπήκε θέμα για το άρθρο 16, αλλά το ΠΑΣΟΚ αποχώρησε και κανένα άρθρο δεν ψηφίστηκε με 180 ψήφους.  Υπήρξε επίσης και πρόταση για το άρθρο  14 παράγραφος 9, ένα άρθρο, το οποίο έχει προκαλέσει, κατά καιρούς, θύελλα επικρίσεων, το γνωστό σε όλους Βασικό Μέτοχο

Αυτή η αναθεώρηση πήγε χαμένη και δημιούργησε καθυστέρηση, γιατί δεν μπορούσε να υπάρξει νέα αναθεώρηση αν δεν παρέλθει πενταετία από την προηγούμενη.

Τι έλεγε όμως τότε ο Κώστας Καραμανλής;

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,


Η πολιτική ιστορία του Τόπου μας δεν επιτρέπει αυταπάτες. Όταν εφήμερες κομματικές σκοπιμότητες καθόριζαν κρίσιμες πολιτικές επιλογές, όταν ο δημόσιος βίος υποτασσόταν σε άγονες αντιπαραθέσεις, ο φανατισμός παραμέριζε το συλλογικό συμφέρον, η Κοινωνία διχαζόταν και η Πατρίδα μας καθηλωνόταν στο τέλμα. Όταν οι πολιτικές δυνάμεις προτάσσουμε τα μεγάλα διακυβεύματα, όταν συνθέτουμε τις ιδέες και ενώνουμε δυνάμεις μπορούμε να πετυχαίνουμε στόχους που μοιάζουν ανέφικτοι, κερδίζουμε νίκες για όλους τους Έλληνες, πηγαίνουμε την Πατρίδα μας ακόμη πιο ψηλά.

Αυτή ακριβώς η στρατηγική είναι ανάγκη να διέπει όλες τις αποφάσεις μας, σε κάθε υπόθεση μείζονος εθνικής σημασίας. Αυτή ακριβώς η στρατηγική απαιτείται και σήμερα στην αναθεώρηση του Συντάγματος.

Το ίδιο, άλλωστε, το Σύνταγμα, απαιτώντας αυξημένες πλειοψηφίες, υπογραμμίζει ότι η αναθεώρηση δεν είναι υπόθεση, ούτε ενός κόμματος, ούτε μιας Κυβέρνησης, ούτε καν μιας συγκεκριμένης πλειοψηφίας. Είναι ευθύνη και αρμοδιότητα ολόκληρης της Βουλής, του συνόλου των Βουλευτών. Είναι διαδικασία που απαιτεί συνεννόηση, σύνθεση, σύμπραξη.

          Όλοι αναγνωρίζουμε ότι το Σύνταγμα του 1975 είναι το πιο δημοκρατικό, το πιο προοδευτικό, που γνώρισε ποτέ η Χώρα μας.
          Όλοι συνομολογούμε ότι οι αναθεωρήσεις που ακολούθησαν πρόσθεσαν σημαντικά στοιχεία, χωρίς να θίξουν τον πυρήνα του. Το ίδιο έγινε και στην τελευταία, την σημαντική Αναθεώρηση του 2001.
          Όλοι, ωστόσο, συμφωνούμε ότι, αφενός, δεν προχώρησαν ορισμένες, θεσμικά και λειτουργικά, απαραίτητες αλλαγές και, αφετέρου, δεν ανταποκρίθηκαν στο σκοπό τους, κάποιες από εκείνες που προχώρησαν.

Έχουμε λοιπόν την υποχρέωση να προωθήσουμε άμεσα τις αλλαγές αυτές, έτσι ώστε να ανταποκριθούμε τόσο στις επείγουσες ανάγκες της κοινωνίας μας, όσο και στις αυξημένες απαιτήσεις ενός περιβάλλοντος ευρωπαϊκού και διεθνούς, που συνεχώς εξελίσσεται. Και αυτό είναι ανάγκη να γίνει τώρα. Η στιγμή της αναθεώρησης είναι τώρα! Είναι, άλλωστε, προφανές ότι:

Πρώτον: Σχεδόν όλες οι πολιτικές δυνάμεις συμφωνήσαμε στην ανάγκη άμεσης Αναθεώρησης. Η Αξιωματική Αντιπολίτευση υπέβαλε μάλιστα και αυτοτελή πρόταση αλλαγών, ενώ ο ίδιος ο Αρχηγός της εξηγούσε αναλυτικά τους λόγους, που την καθιστούσαν αναγκαία.

Δεύτερον: Όπως προκύπτει, τόσο από τις προτάσεις που υποβλήθηκαν, όσο και από τις συζητήσεις που έγιναν στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, υπάρχει σε πολλά σημεία σύγκλιση απόψεων. Και,

Τρίτον: Είναι γνωστό σε όλους ότι η αποχώρηση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αφενός προκλήθηκε από εσωκομματικά -και μόνον- αίτια, και, αφετέρου, συνδυάστηκε με ρητή ομολογία για την ανάγκη άμεσης αναθεώρησης, που, υποτίθεται, θα αναλάμβανε η ίδια.

Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά μα καμία απολύτως δικαιολογία, για καμιά φυγή, καμιά υπεκφυγή, καμιά άρνηση σύμπραξης στην άμεση ολοκλήρωση της αναθεώρησης.

  • Ποιους, άλλωστε, μπορεί να υπηρετεί η παρεμπόδιση της εφαρμογής των συνταγματικών διατάξεων για τα ΜΜΕ, μέσα από την άρνηση της προσαρμογής τους στο Κοινοτικό Δίκαιο;
  • Ποιος λόγος μπορεί να καθυστερεί τον ορισμό συγκεκριμένης και ασφαλούς χρονικής βάσης για τη σύνταξη Δασολογίου;
  • Ποια δικαιολογία μπορεί να ματαιώνει τη σύσταση Συνταγματικού Δικαστηρίου;
  • Ποια σκοπιμότητα μπορεί να υπηρετείται μέσα από την έμπρακτη υπονόμευση  κάθε πρότασης, κάθε πρωτοβουλίας, για την εμπέδωση της διαφάνειας στο Δημόσιο Βίο και το Δημόσιο Τομέα; Γιατί να συντηρείται στο χώρο της Παιδείας μια κατάσταση που στέλνει τα παιδιά μας για σπουδές στο εξωτερικό, που τροφοδοτεί την παραπαιδεία, που δυσχεραίνει την πραγμάτωση του οράματός μας για την Ελλάδα του Πολιτισμού και της Παιδείας;

Απαντήσεις, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, οφείλουμε όλοι!  Και οι απαντήσεις αυτές δεν μπορεί, ούτε να αναβάλλονται, ούτε να αποκρύπτονται σε προπετάσματα καπνού. Τώρα είναι η ώρα που φαίνεται ποιοι παραμένουν αιχμάλωτοι του παρελθόντος τους, ποιοί είναι δεσμώτες σε χρεοκοπημένες πρακτικές. Τώρα αποδεικνύεται ξεκάθαρα ποιοι συμβάλλουν στην καθιέρωση ρυθμίσεων, που εκφράζουν ώριμα αιτήματα της κοινωνίας μας, ρυθμίσεων που οδηγούν τον Τόπο στην πρόοδο.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Δρομολογώντας, τον Ιούνιο του 2006, τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες για την αναθεώρηση του Συντάγματος, υπογράμμιζα, πρώτ’ απ’ όλα, τη συμμετοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων στο μεγάλο δημοκρατικό επίτευγμα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Υπογράμμιζα, ταυτόχρονα, την απόφασή μας να προχωρήσουμε στη νέα αναθεώρηση, με πνεύμα συνεννόησης, με γνώμονα την αξιοποίηση κάθε γόνιμης ιδέας, με στόχο τη συμπόρευση σε κοινούς τόπους, μακριά από ιδεοληψίες και εφήμερες σκοπιμότητες. Είχα την πεποίθηση ότι και το νέο βήμα θα γινόταν με συνεπή, δημιουργική συμμετοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων. Ότι θα γινόταν, όπως είχε γίνει και στην προηγούμενη Αναθεώρηση, όταν, βρισκόμενοι εμείς στη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, υποστηρίξαμε, χωρίς κανένα ενδοιασμό, την προώθηση σειράς προτάσεων της τότε κυβερνητικής πλειοψηφίας. Γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα.

Το ξεκίνημα και στη νέα προσπάθεια ήταν ευοίωνο:
          Όλες οι πολιτικές δυνάμεις επέδειξαν, την ώρα εκείνη, θεσμική υπευθυνότητα.
          Η Αξιωματική Αντιπολίτευση συμφώνησε στην ανάγκη άμεσης συνταγματικής αναθεώρησης.
          Τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της υπέγραψαν συγκεκριμένες προτάσεις, ανάμεσα στις οποίες και η αναθεώρηση του άρθρου 16.
          Κορυφαία στελέχη της αναγνώριζαν ότι ο διάλογος στην αρμόδια Επιτροπή διεξαγόταν σε υψηλό επίπεδο.

Σταδιακά, ωστόσο, η Αξιωματική Αντιπολίτευση άρχισε να υπαναχωρεί. Γνωστοποίησαν έμμεσα το πρόβλημά τους, ζητώντας, τρεις φορές, να αλλάξουμε τη σειρά συζήτησης του άρθρου 16 στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής. Ανταποκριθήκαμε θετικά στο αίτημα και τους διευκολύναμε ανενδοίαστα. Και, όμως! Την ώρα που φτάναμε στην Ολομέλεια, η Αξιωματική Αντιπολίτευση δεν άντεξε την εσωκομματική αμφισβήτηση και άρχισε να κατασκευάζει αιτιάσεις αποφυγής της κρίσιμης ψηφοφορίας.

          Πρόβαλαν στην αρχή την ιδέα να μη ψηφίσουν τις αναθεωρητέες διατάξεις, με το πρόσχημα ότι ήθελαν να χρειάζεται η Αναθεωρητική Βουλή 180 και όχι 151 ψήφους.
          Άρχισαν κατόπιν να μιλούν για κάποιο δημοψήφισμα, που δεν τους έβγαζε όμως από το κρίσιμο αδιέξοδο.
          Κατέληξαν τελικά στα άκρα και τις ακρότητες, που συνηθίζουν οι πολιτικά αδύναμοι. Εγκατέλειψαν μια στάση ευθύνης και αιχμαλωτίστηκαν στην αντίληψη, που βάζει τις μικροκομματικές σκοπιμότητες πάνω από το συλλογικό, πάνω από το κοινωνικό, πάνω από το εθνικό συμφέρον. Υποτάχθηκαν στη λογική της περιχαράκωσης. Αποφάσισαν να δραπετεύσουν και ζήτησαν πρόωρες εκλογές. Ισχυρίστηκαν μάλιστα, αναγνωρίζοντας την ανάγκη άμεσης αναθεώρησης, ότι μετά τις εκλογές θα δρομολογούσαν μια νέα διαδικασία.

Οι πολίτες απάντησαν στις εκλογές του Σεπτέμβρη. Οι πολίτες υπέδειξαν το δρόμο της συνέχειας, της συνέπειας, της ευθύνης. Η σημερινή Βουλή είναι Αναθεωρητική! Η σημερινή Βουλή υποχρεούται να ολοκληρώσει άμεσα τη διαδικασία της αναθεώρησης. Αυτή είναι η συνταγματική τάξη, αυτή είναι η απόφαση των πολιτών, αυτή είναι η υποχρέωση όλων των πολιτικών δυνάμεων. Αυτή, τελικά, είναι η ευκαιρία να συνεννοηθούμε και να προχωρήσουμε στις αναγκαίες αλλαγές. Η πρόσκληση είναι κοινή για όλους. Η πρόκληση είναι τώρα!

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η προτεινόμενη αναθεώρηση ανταποκρίνεται σε βασικές ανάγκες της νέας εποχής και σε καθολικά αιτήματα της σύγχρονης κοινωνίας. Αφορά, πρώτ’ απ’ όλα, την απελευθέρωση των δυνατοτήτων της Παιδείας. Εμείς προτείνουμε –ξέρω ότι υπάρχουν διαφορετικές απόψεις- αναθεώρηση του άρθρου 16, που αντιμετωπίζει το δαιδαλώδες νομοθετικό καθεστώς και την ανασφάλεια που, εδώ και χρόνια, ταλανίζει χιλιάδες νέες και νέους, που γυρεύουν τη μόρφωση σε ξένα, δημόσια και ιδιωτικά, Πανεπιστήμια.
Αναθεώρηση που…
          παρέχει τη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, κάτω από τον άμεσο και αυστηρό έλεγχο του Κράτους.
          Αποβλέπει στην ποιοτική αναβάθμιση της Δημόσιας Εκπαίδευσης, σε όλες τις βαθμίδες της, με διαρκή αξιολόγηση του έργου όλου του διδακτικού προσωπικού και όλων των φορέων της Ανώτατης Εκπαίδευσης.
          Συμβάλλει στην αντιμετώπιση της παραπαιδείας, στον περιορισμό της φοιτητικής μετανάστευσης, στη μέγιστη αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού μας.

Η σύνθεση των προτάσεων που υποβλήθηκαν, τόσο από την πλειοψηφία, όσο και από την Αξιωματική Αντιπολίτευση είναι απόλυτα εφικτή. Είμαστε τόσο κοντά, που είναι αδιανόητο να μη βρούμε κοινά αποδεκτή ρύθμιση. Αυτή είναι η πραγματικότητα Το ζητούμενο είναι η συναίσθηση ευθύνης, η συνέπεια λόγων και έργων, η ανταπόκριση στις πραγματικές ανάγκες της Κοινωνίας μας. Το ζητούμενο είναι να κερδίσουμε το μέλλον.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουμε στις διατάξεις που αφορούν στη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Από την ενότητα αυτή υπογραμμίζω την πρόταση για τη θεσμοθέτηση Συνταγματικού Δικαστηρίου, ώστε να επιτυγχάνεται, μέσα από την άμεση επίλυση ζητημάτων συνταγματικότητας, η απαραίτητη, τόσο για το Κράτος, όσο και για τους πολίτες, ασφάλεια Δικαίου. Λαμβάνεται μάλιστα ειδική πρόνοια για την αντικειμενική επιλογή των μελών του Δικαστηρίου, χωρίς να αποκλείεται η υιοθέτηση πρόσθετων βελτιωτικών προτάσεων.

Υπογραμμίζω ακόμη τις προτάσεις για την ίδρυση ειδικών Τμημάτων στο Συμβούλιο Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο, έτσι ώστε να καταστεί ουσιαστικότερος ο προβλεπόμενος έλεγχος στις συμβάσεις που συνάπτει το Δημόσιο και να επιτευχθεί σημαντική επιτάχυνση των σχετικών διαδικασιών.

Σημειώνω, προπάντων, την πρόταση για μια νέα διαδικασία στην επιλογή Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων, έτσι ώστε να περιοριστεί η διακριτική ευχέρεια
της εκάστοτε Κυβέρνησης και να διασφαλιστεί αυξημένη αντικειμενικότητα στις εκάστοτε επιλογές. Και ρωτώ: Στη ρύθμιση αυτή ποιος μπορεί να έχει αντίθετη άποψη; Είναι ή δεν είναι χρέος Δημοκρατίας; Οφείλουν -ναι ή όχι;- να ανταποκριθούν, πρώτ’ απ’ όλους εκείνοι που ως Κυβέρνηση προτιμούσαν αυθαίρετες επιλογές και ως Αντιπολίτευση εκτοξεύουν αυθαίρετες καταγγελίες σε βάρος της Δικαιοσύνης;

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Καίριας σημασίας στόχος είναι η ενίσχυση της ανεξαρτησίας των κομμάτων απέναντι σε κάθε λογής οικονομικά συμφέροντα, αλλά και, γενικότερα, η ενδυνάμωση των θεσμών, που αφορούν στην εμπέδωση της διαφάνειας τόσο στο Δημόσιο Βίο, όσο και στο Δημόσιο Τομέα. Κηρύξαμε, για αυτό το λόγο, αναθεωρητέες όλες τις σχετικές διατάξεις.
          Προτείνουμε αναπροσαρμογή της συνταγματικής ρύθμισης για τα Μέσα Ενημέρωσης, έτσι ώστε να αποτρέπεται η αθέμιτη επιρροή των ιδιοκτητών τους στις αναθέσεις δημόσιων έργων και προμηθειών.
          Προτείνουμε να προβλεφθεί ρητά ως βασική πηγή χρηματοδότησης των κομμάτων ο κρατικός προϋπολογισμός και να θεσπιστούν αυστηρότεροι περιορισμοί στη χρηματοδότησή τους από ιδιωτικές πηγές.
          Προτείνουμε να καθιερωθούν αποτελεσματικότεροι έλεγχοι σ’ ό,τι αφορά το «πόθεν έσχες» των βουλευτών, τις λειτουργικές δαπάνες των κομμάτων, καθώς και τις προεκλογικές δαπάνες υποψήφιων βουλευτών.
          Προτείνουμε να θεσπιστούν διατάξεις, που διασφαλίζουν την «εσωκομματική δημοκρατία», καθώς και τις αναγκαίες προϋποθέσεις, για ένα νέο “μοντέλο” διεξαγωγής των εκλογών. Ανταποκριθήκαμε, από την πρώτη στιγμή, στη σχετική πρόταση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και την καλούμε να συμπράξει στις αναγκαίες συνταγματικές εγγυήσεις, ώστε, να προχωρήσουμε στο διάλογο για το περιεχόμενο ενός νέου εκλογικού συστήματος.

Όλα τα θέματα που αφορούν στη διαφάνεια και την πολυφωνία στα Μέσα Ενημέρωσης,  την αποτροπή της συγκέντρωσής τους σε ορισμένο φορέα, την καθιέρωση πλήρους διαφάνειας στα οικονομικά των κομμάτων, είναι ανοιχτά για συζήτηση στο αναθεωρητικό στάδιο που ξεκινά σήμερα.

Όλοι μαζί, με αφετηρία την Αναθεώρηση του Συντάγματος, οφείλουμε να δώσουμε νέα δυναμική στον αγώνα για τη διαφάνεια, τόσο στο Δημόσιο Βίο, όσο και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα. Δεν μπορεί, λοιπόν, η Αξιωματική Αντιπολίτευση, αφενός να προσποιείται ότι προτείνει τάχα αλλαγές και αφετέρου να λειτουργεί με τρόπο που τις υπονομεύει. Δεν μπορεί, όταν έχει εσωκομματικές εκλογές, να προβάλλει την ανάγκη ενίσχυσης των κομμάτων απέναντι σε εξωθεσμικά κέντρα, και, αμέσως μετά, να επιχειρεί την υπονόμευση κάθε σχετικής πρωτοβουλίας. Δεν μπορεί να εισηγείται νέο εκλογικό σύστημα και να ναρκοθετεί τις συνταγματικές προϋποθέσεις, που απαιτούνται για την υιοθέτησή του. Εάν, πράγματι, εννοεί αυτά που διακηρύσσει, οφείλει να συμπράξει στη θέσπιση των αναγκαίων συνταγματικών ρυθμίσεων, για να προχωρήσουμε χωρίς καμιά καθυστέρηση. Τώρα είναι η ώρα της ευθύνης.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Κοινά διακηρυγμένοι στόχοι όλων των πολιτικών δυνάμεων είναι η εμπέδωση του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου, η ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς του, η ανάπτυξη πνεύματος ευθύνης στη λειτουργία του. Προτείνουμε τη διατύπωση διάταξης, που να καθιστά σαφή τη δυνατότητα της Πολιτείας να εντάσσει στην υπαλληλική ιεραρχία, για την κάλυψη οργανικών θέσεων, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, έτσι ώστε να εμπλουτιστεί ο Δημόσιος Τομέας, να βελτιωθεί η απόδοσή του και να αναβαθμιστούν οι υπηρεσίες του σε όλους τους πολίτες.

Προτείνουμε ρητή καθιέρωση της προσωπικής ευθύνης των υπαλλήλων, για παράνομη υπαίτια συμπεριφορά, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, που συνεπάγεται βλάβη της περιουσίας του Δημοσίου, έτσι ώστε να μπει οριστικά τέλος στις πρακτικές της διάχυσης και της μετάθεσης ευθυνών.

Προτείνουμε, ιδίως ενόψει της νέας διοικητικής δομής της Χώρας, την άρση των αμφισβητήσεων γύρω από το εύρος, τη διαδικασία και τον τύπο, κατά τον οποίο ασκούνται από την Τοπική Αυτοδιοίκηση οι αρμοδιότητές της που συνιστούν αποστολή του Κράτους.

Προτείνουμε την επέκταση της προστασίας της ιδιοκτησίας, τόσο στην πνευματική ιδιοκτησία, όσο και στις απαλλοτριώσεις, που αποφασίζονται κατ’ εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας.

Προτείνουμε τη συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της προσωπικής δικαστικής προστασίας και της γρήγορης παροχής της.

Προτείνουμε τη διατύπωση ρητής συνταγματικής πρόβλεψης σε ό,τι αφορά την υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και την εξασφάλιση εγγυημένου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Είναι ρυθμίσεις που αφορούν βασικές υποχρεώσεις του κράτους προς όλες τις ομάδες του πληθυσμού, όλους τους μετανάστες, όλους τους πολίτες που ζουν και εργάζονται στον Τόπο μας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Μείζον ζήτημα στην εποχή που διανύουμε συνιστά, όπως έχουμε πει πολλές φορές, η προστασία του περιβάλλοντος, η προστασία των φυσικών πόρων και του νερού, η διασφάλιση των όρων και των προϋποθέσεων αειφόρου ανάπτυξης, σ’ ολόκληρη τη Χώρα.

Προτείνεται, ανάμεσα στ’ άλλα, ρητή αναφορά στην υποχρέωση της Πολιτείας να παίρνει μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, που απειλεί πλέον τη ζωή και την υγεία όλων μας.

Προτείνονται αποτελεσματικές ρυθμίσεις για την ουσιαστική προστασία των δασών. Ιδίως, μάλιστα, ο προσδιορισμός του -αναγκαίου για τη σύνταξη Δασολογίου- συγκεκριμένου χρονικού σημείου, που να χρησιμοποιηθεί ως βάση για τον έγκυρο χαρακτηρισμό δασών ή δασικών εκτάσεων. Είναι επιτακτική ανάγκη να μπει οριστικά τέλος στις μακροχρόνιες και άγονες αντιπαραθέσεις, που ταλαιπωρούν πολίτες και Κράτος! Και αυτό δεν μπορεί να αργήσει άλλο. Η πρότασή μας να οριστεί ως χρονικό σημείο βάσης η 1/1/1961 αντιμετωπίζει, κατά την άποψή μας, ρεαλιστικά το πρόβλημα. Μπορεί, ωστόσο, να αποτελέσει σημείο περαιτέρω διαβούλευσης και σύγκλισης.

Προτείνεται, επιπλέον, ρητή πρόβλεψη αυστηρών κυρώσεων στις περιπτώσεις που παραβιάζονται απαγορεύσεις και υποχρεώσεις σε ό,τι αφορά τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, που κηρύσσονται αναδασωτέες.

Προτείνεται, επίσης, η διατύπωση ρητής υποχρέωσης της Πολιτείας να μεριμνά για τις νησιωτικές και ορεινές περιοχές. Είναι θέσεις που συνιστούν χρέος προς την ακριτική Ελλάδα. Χρέος στην αποτελεσματική προστασία του δασικού μας πλούτου, των υδάτινων πόρων,του φυσικού περιβάλλοντος. Χρέος στην ίδια την πορεία του Τόπου.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Μια από τις ενότητες των αναθεωρητέων διατάξεων αφορά στον επανακαθορισμό ορισμένων ζητημάτων που αφορούν στη Βουλή και γενικότερα στους Βουλευτές.
 Ένα από τα ζητήματα αυτά, είναι οι αδυναμίες που προέκυψαν στη λειτουργία του «απόλυτου επαγγελματικού ασυμβίβαστου» των Βουλευτών, το οποίο, κατά κοινή διαπίστωση, δεν λειτούργησε θετικά για το Δημόσιο Βίο.
 Προτείνουμε για το λόγο αυτό αναθεώρηση, που να κατοχυρώνει το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της επαγγελματικής δραστηριότητας του βουλευτή, όπως άλλωστε έγινε δεκτό από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Προτείνουμε, επίσης, την αναθεώρηση του καθεστώτος της βουλευτικής ασυλίας, το οποίο συγκρούεται με την αρχή της ίσης μεταχείρισης και προκαλεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Ήδη, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αποφανθεί κατά της ιδιότυπης αυτής ασυλίας.

Και ρωτώ:
          Πρέπει -ναι ή όχι;- οι πολίτες, που θίγονται από παράνομες πράξεις βουλευτών, να έχουν τη δυνατότητα προστασίας από τα δικαστήρια;
          Είναι ή δεν είναι ανάγκη να λυθεί άμεσα το πρόβλημα αυτό, ώστε να αποφύγουμε την όποια ευρωπαϊκή καταδίκη;

Προτείνουμε λοιπόν τον περιορισμό της βουλευτικής ασυλίας μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις, που κρίνεται ότι η ζητούμενη άδεια δίωξης υποκρύπτει, είτε πρόθεση παρεμπόδισης της ελεύθερης άσκησης των καθηκόντων του βουλευτή, είτε εμφανή πολιτική σκοπιμότητα.

Με μια φράση: Προτείνουμε αναθεώρηση του Συντάγματος, που ανταποκρίνεται σε διαχρονικές αξίες, σε καθολικά αιτήματα της κοινωνίας, σε επιτακτικές ανάγκες των καιρών. Αναθεώρηση ουσίας και αποτελέσματος.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Το Σύνταγμα προβλέπει με σαφήνεια και αυστηρότητα τις διαδικασίες, τους όρους και τις προϋποθέσεις, για την αναθεώρηση διατάξεών του. Το Σύνταγμα αναθέτει την ευθύνη της αναθεώρησης σε όλες ανεξαιρέτως τις κοινοβουλευτικές πολιτικές δυνάμεις. Δεν μπορεί, λοιπόν, αφενός να διακηρύσσεται ότι είναι αναγκαία η αναθεώρηση και αφετέρου να υπονομεύεται. Δεν μπορεί, από τη μια να προβάλλονται αβάσιμοι ισχυρισμοί για, δήθεν, «υποβάθμιση θεσμών» και, από την άλλη, να αναπτύσσονται μεθοδεύσεις, που υπονομεύουν κάθε προοδευτική αλλαγή. Δεν καλύπτεται η φυγή από την κορυφαία αυτή κοινοβουλευτική διαδικασία, με την κατασκευή προσχημάτων και μάλιστα άσχετων προς την αναθεωρητική διαδικασία. Με απλά λόγια κανένας δεν μπορεί να παίζει με τους θεσμούς.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό:
          Μπορεί η Αξιωματική Αντιπολίτευση να σταθεί, με υπευθυνότητα, στο ύψος των περιστάσεων;
          Μπορεί να συμπράξει στην προώθηση των προτάσεών της, ή θα κρυφτεί και πάλι πίσω από προφάσεις, που δεν αποδεικνύουν παρά μόνο ότι φοβάται την ώρα των ξεκάθαρων θέσεων;
          Μπορεί η Αξιωματική Αντιπολίτευση να ξεπεράσει την πολιτική αδυναμία, που την εξέτρεψε στη στείρα και καθολική άρνηση;
          Μπορεί να παραμερίσει τις φοβίες, που την εγκλωβίζουν σε αδιέξοδες πρακτικές και να ανταποκριθεί έμπρακτα, έστω την τελευταία στιγμή, στο θεσμικό της ρόλο; Εάν εννοεί, έστω και ελάχιστα από όσα διακηρύσσει, για την Παιδεία, τη Δικαιοσύνη, τη διαφάνεια, το νέο εκλογικό σύστημα, μπορεί να το αποδείξει. Εάν πιστεύει στις προτάσεις της μπορεί να τις κάνει πραγματικότητα. Σήμερα και όχι στο απώτερο, αβέβαιο μέλλον. Τώρα είναι η ώρα να αποδείξει έμπρακτα ότι υποστηρίζει, με ειλικρίνεια και υπευθυνότητα, αυτά που λέει. Πεδίο διαλόγου και σύνθεσης υπάρχει και μάλιστα ευρύ.

Η πρόσκληση είναι ανοικτή! Η πρόκληση αφορά όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι το «αμόνι» στο οποίο δοκιμάζεται η αξιοπιστία, η συνέπεια, η θέληση του καθενός να προσφέρει στη Δημοκρατία, στην Κοινωνία, στην Πατρίδα. Εμείς προσερχόμαστε στη συζήτηση με κάθε καλή πίστη. Και φυσικά θα δεχθούμε παρατηρήσεις και αναδιατυπώσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε συναινέσεις.

Και κάτι ακόμη:  Διακηρύξεις, όπως αυτές που αναπτύσσονται στην επιστολή του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης προς τον Πρόεδρο της Βουλής, ότι «η αναθεώρηση είναι οριστικά νεκρή» εκφράζουν αντιδημοκρατικές, αντιδραστικές αντιλήψεις. Συνιστούν έκφραση απύθμενης ανευθυνότητας και έσχατης πολιτικής υποκρισίας. Είναι προφάσεις υπαγορευμένες από μικροκομματικές σκοπιμότητες και αδυναμίες. Είναι λόγος παραπειστικός, ανεύθυνος, αναξιόπιστος.

Εμμονή της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης στην απόπειρά της να καταστήσει, όπως διακηρύσσει, «νεκρή την αναθεώρηση» συνιστά συνειδητή υπονόμευση αναγκαίων αλλαγών. Υποσχέσεις τάχα, για υποτιθέμενη εκκίνηση νέας διαδικασίας είναι μάταιες. Είναι εκτός τόπου και χρόνου. Απατώνται εάν νομίζουν ότι, μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής, μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε άλλη. Ακόμη κι αν υπήρχε θεσμικό περιθώριο, το έχουν ήδη ακυρώσει με την έως τώρα στάση τους, με την αφερεγγυότητά τους, με τα παιχνίδια τους σε βάρος των θεσμών.

Επιτέλους, άλλωστε:
          Ποια αξιοπιστία θα έχει πλέον ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, όταν από το ’96, ως υπουργός Παιδείας, διακήρυσσε ως όραμά του την αναθεώρηση του άρθρου 16 και, σήμερα, γίνεται ναρκοθέτης του;
          Ποιος εγγυάται πως όταν δεν ξεπέρασαν ακόμη την πολιτική αδυναμία, που τους εξώθησε στις υποχωρήσεις  και τις υπαναχωρήσεις του πρόσφατου παρελθόντος τους, μπορούν αύριο να την ξεπεράσουν;
          Ποιος μπορεί να βεβαιώσει ότι δεν θα υπαναχωρήσουν για άλλη μια φορά;
          Με ποιά επιτέλους εμπιστοσύνη θα μπορούσε να γίνει δεκτή οποιαδήποτε εξαγγελία για το μέλλον, όταν προέρχεται από εκείνους που αποδεικνύουν απόλυτη αναξιοπιστία σήμερα;

Εάν κάποιοι νομίζουν ότι μπορούν να παίζουν με τους θεσμούς, εάν κάποιοι εκτιμούν ότι κερδίζουν υπονομεύοντας την Αναθεώρηση, εάν κάποιοι πιστεύουν ότι είναι σε θέση να εμπαίζουν τους πολίτες, κάνουν τεράστιο λάθος.

Διευκρινίζω, από τώρα, ότι, σεβόμενοι το Σύνταγμα, ο ίδιος και η Παράταξη της οποίας έχω την τιμή να ηγούμαι, δεν πρόκειται να επιτρέψουμε να μετατραπεί η Αναθεώρηση σε πεδίο μικροκομματικών επιδιώξεων, όπως επιδιώκει η Αξιωματική Αντιπολίτευση. Το Σύνταγμα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν είναι κολυμβήθρα του Σιλωάμ, για τις πολιτικές αμαρτίες, τις αδυναμίες, τα λάθη κανενός. Ως κυβερνητική πλειοψηφία είμαστε αποφασισμένοι να θωρακίζουμε τους θεσμούς. Είμαστε αποφασισμένοι να λειτουργούμε ως εγγυήτρια δύναμη και προς την κατεύθυνση αυτή.

Τώρα είναι η ώρα να προχωρήσουν οι αλλαγές για τα κρίσιμα ζητήματα που άπτονται…
          της θωράκισης του πολιτικού μας συστήματος,
          της εμπέδωσης της διαφάνειας,
          της ενίσχυσης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,
          της διασφάλισης περισσότερης κοινωνικής συνοχής.

Εμμονή της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης στην άρνηση θα είναι ένα μόνιμο βάρος στην παραπέρα πορεία της. Θα είναι όμως προπάντων μόνιμο βάρος σε κάθε μελλοντική αναθεωρητική διαδικασία και θέλω να το τονίσω αυτό. Θα είναι ένα μόνιμο βάρος σε κάθε μελλοντική αναθεωρητική διαδικασία. Και αυτό οφείλουν να το ξαναδούν. Η επιστροφή τους είναι χρέος, που δεν μπορεί να αγνοήσουν. Είναι χρέος απέναντι σ’ ολόκληρη την Κοινωνία. Χρέος στην πορεία της Τόπου. Χρέος Δημοκρατίας. Σε τελική ανάλυση, η καθεμιά και ο καθένας μας κρίνεται από το πως ανταποκρίνεται στο χρέος του προς τη Δημοκρατία και τον Τόπο.